Η κατάθλιψη στην μητέρα μπορεί να επηρεάσει την ψυχική και σωματική υγεία του βρέφους.

Παιδιά καταθλιπτικών μητέρων έχουν σοβαρές πιθανότητες να παρουσιάσουν τροποποιημένες ανοσολογικές απαντήσεις και μεγαλύτερο ρίσκο για εμφάνιση ψυχολογικών διαταραχών.

Η μητρική κατάθλιψη ενδέχεται να έχει σημαντική επίδραση τόσο στον τρόπο λειτουργίας του παιδικού εγκεφάλου όσο και στην αντίδραση του οργανισμού σε στρεσογόνα ερεθίσματα και στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Αυτές οι επιπτώσεις στην φυσιολογία μπορούν να οδηγήσουν σε ψυχολογικά προβλήματα(ψυχολογική ευαλωτότητα).Πρόσφατες μελέτες επίσης ανέδειξαν ότι οι καταθλιπτικές μητέρες παρουσίαζαν υψηλές συγκεντρώσεις κορτιζόλης και ανοσοσφαρινών.Επιπλέον, ήταν λιγότερο εμπλεκόμενες και ενσυναισθητικές με τα τέκνα τους. Παρουσίαζαν αρνητική και εναλασσόμενη διάθεση.Ήταν επιθετικές και λιγότερο ευαίσθητες στην λεκτική και εξωλεκτική επικοινωνία με τα παιδιά τους. Τα παιδιά παρουσίαζαν και αυτά με τη σειρά τους υψηλές συγκεντρώσεις ανοσοσφαιρινών και το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών παρουσίαζαν άγχος ή/και απόσυρση σύγκριση με παιδιά μητέρων που δεν είχαν διαγνωσθεί με κάποια διαταραχή.
Αυτό τονίζει την σπουδαιότητα της έγκαιρης θεραπείας αυτών των μητέρων αλλά και την ψυχολογική στήριξη τους και την απενοχοποίηση τους για την κατάθλιψη που βιώνουν.

Σημαντικό είναι επίσης να γίνει κατανοητό σε αυτές τις μητέρες το διπλό όφελος από την θεραπεία (και για αυτές αλλά και για τα παιδιά).

ΔΕΠΥ και εγκέφαλος

Οι πρόσφατες μελέτες τεκμηριώνουν την άποψη ότι ο εγκέφαλος των παιδιών με ΔΕΠΥ(Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας) διαφέρει από αυτόν των παιδιών με φυσιολογική ανάπτυξη,διαφορά ορατή και στη μαγνητική τομογραφία(MRI).Αυτό υπονοεί ότι η ΔΕΠΥ θα πρέπει να θεωρείται νευρολογική διαταραχή.
Σε μια πρόσφατη μελέτη με σημαντικά μεγάλο αριθμό ατόμων με χρήση απεικονιστικής τεχνικής (MRI) ,ερευνητές διαπίστωσαν ότι 5 περιοχές του εγκεφάλου ήταν μικρότερες σε μέγεθος σε άτομα με ΔΕΠΥ από ότι σε άτομα που δεν παρουσίαζαν την διαταραχή.
Η μελέτη παρουσίασε διαφορές σε υποφλοιώδεις δομές και στον ενδοκρανιακό όγκο 1713 ατόμων με ΔΕΠΥ και 1529 ατόμων που δεν νοσούσαν από την διαταραχή.Η ηλικία των συμμετεχόντων ήταν από 4 έως 63 έτη.Σε αυτή την ανάλυση τα άτομα με ΔΕΠΥ εμφάνιζαν μείωση του όγκου του επικλινή πυρήνα , της αμυγδαλής, του κερκοφόρου πυρήνα, του ιπποκάμπου και του κέλυφους.Οι μειώσεις αυτές μοιάζουν με αντίστοιχες που παρουσιάζουν τα άτομα με κατάθλιψη και τα άτομα με ιδεοψυχαναγκασστική διαταραχή.
Οι διαφορές στην απεικόνιση ήταν πιο εμφανείς στα παιδιά και λιγότερο εμφανείς στους ενήλικες ,γεγονός που υποστηρίζει την υπόθεση ότι η ΔΕΠΥ είναι μια διαταραχή του εγκεφάλου η οποία καθυστερεί την ανάπτυξη των συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου.
Παρόλο που η χρήση απεικονιστικών τεχνικών στην ΔΕΠΥ είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο,σίγουρα αποτελεί το πρώτο βήμα και ισχυρή απόδειξη στην απόψη ότι η παραπάνω νόσος αποτελεί νευρολογική διαταραχή με σημαντικές επιδράσεις στον όγκο των υποφλοιωδών πυρήνων. Μελλοντικές έρευνες θα χρειαστεί να ερευνήσουν τις φαρμακολογικές επιδράσεις και την αναπτυξιακή πορεία των ογκομετρικών διαφορών της συγκεκριμένης νόσου.

Παροξετίνη,το τέλος;

Η παροξετίνη είναι ένα αντικαταθλιπτικό φάρμακο νεώτερης γενιάς (SSRI) που χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην κατάθλιψη ,στις αγχώδεις δ/χές και στην ιδεοψυχαναγκαστική δ/χή. Τα τελευταία χρόνια όμως η κλινική της χρήση είναι σε μείωση για πολλούς λόγους.

Αντιχολινεργική δράση.
Είναι το φάρμακο με την μεγαλύτερη αντιχολινεργική δράση από τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα προβληματική την χρήση του στους ηλικιωμένους λόγω της επιδείνωσης των γνωστικών λειτουργιών που τους προκαλεί. Επισης ,είναι το αντικαταθλιπτικό με την μεγαλύτερη αύξηση σωματικού βάρους, ιδίως κατά τους 12 πρώτους μήνες χορήγησης. Ενοχοποιείται επίσης για την σεξουαλική δυσλειτουργία (αδυναμία εκσπερμάτισης ,στο ανδρικό φύλο,μείωση ερωτικής επιθυμίας και ανοργασμία) που προκαλεί σε σχέση με τα άλλα αντικαταθλιπτικά.

Γνωστό είναι επίσης το σύνδρομο απόσυρσης που προκαλεί, το οποίο μπορεί να οφείλεται, εν μέρει, στην ικανότητα της να αναστέλλει το μεταβολισμό της. Ακόμα, συνδέεται η χρήση της με αυτοκτονικό ιδεασμό, ιδίως σε άτομα νεαρής ηλικίας.

Για τους παραπάνω λόγους ,το τελευταίο διάστημα αμφισβητείται έντονα και έχει μειωθεί αισθητά η χρήση της από τους κλινικούς. Είναι σημαντικό οι ψυχίατροι να είναι πολύ προσεκτικοί κατά την συνταγογράφηση της, ιδίως σε ηλικιωμένους.

Τι είναι ο παιδοψυχίατρος;

Τι είναι ο παιδοψυχίατρος;

Είναι ένας ιατρός που μετά την βασική εξαετή εκπαίδευση του στην ιατρική σχολή ,ειδικεύεται στην παιδοψυχιατρική (ψυχιατρική παιδιών και εφήβων). Η εξειδίκευση διαρκεί 4 ½ χρόνια και περιλαμβάνει εκπαίδευση στην νευρολογία, στην ψυχιατρική ενηλίκων και την ψυχιατρική παιδιών και εφήβων.

Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης του ο ειδικευόμενος παιδοψυχίατρος αναλαμβάνει διαγνωστικά και θεραπευτικά μεγάλο αριθμό περιστατικών τα οποία καλύπτουν όλη τη γκάμα των ψυχοσυναισθηματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι έφηβοι , με την εποπτεία έμπειρων επιμελητών/καθηγητών ιατρών που είναι εκπαιδευτές στις κλινικές/υπηρεσίες υγείας.
Ένας παιδοψυχίατρος εκπαιδεύεται να αναγνωρίζει τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα που παρατηρούνται στα παιδιά και στους έφηβους καθώς και τις διαφορές τους από εκείνα που παρατηρούνται στους ενήλικους.

Γνωρίζει τις θεωρίες που αφορούν την φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών από την γέννηση μέχρι την ενηλικίωση, γνωρίζει αναπτυξιακή ψυχολογία και έχει γνώσεις νευροψυχολογίας.Στην εργασία του εφαρμόζει την ιατρική επιστήμη σε συνδυασμό με ψυχολογική , παιδαγωγική και κοινωνική εμπειρία.Κατανοεί και επεξεργάζεται βιολογικές ,ψυχοθεραπευτικές και παιδαγωγικές μεθόδους θεραπείας και αποκατάστασης.
Ο παιδοψυχίατρος συνεργάζεται τόσο με τα ίδια τα παιδιά όσο και με τις οικογένειες τους. Συμμετέχει στη θεραπεία μελών οικογενειών με διαταραγμένες τις μεταξύ τους σχέσεις ακόμα και αν αυτά τα μέλη δεν έχουν παρουσιάσει ψυχιατρικά συμπτώματα.

Πως εξετάζει ένας παιδοψυχίατρος;

Στην πρώτη επίσκεψη παίρνει ,συνήθως , από τους γονείς ένα λεπτομερές παιδοψυχιατρικό ιστορικό ( αναπτυξιακό, σχολικό, κοινωνικό, οικογενειακό.) Επίσης, μπορεί να χρειαστεί να δώσει ειδικά ερωτηματολόγια για καταγραφή και αξιολόγηση συμπτωμάτων.

Στη συνέχεια ακολουθεί παιδοψυχιατρική εκτίμηση. Σε μία ή περισσότερες συναντήσεις, ο παιδοψυχίατρος, μέσα από προσωπική επαφή, παρατήρηση, παιχνίδι και επικοινωνία με τρόπο που ταιριάζει στην ηλικία και στο νοητικό επίπεδο του παιδιού/εφήβου εκτιμά τις δυσκολίες που καταγράφηκαν στο ιστορικό και σχηματίζει άποψη για το παιδί και τα χαρακτηριστικά του.

Συχνά, είναι απαραίτητη η επικοινωνία με εκπαιδευτικούς ή άλλους ειδικούς που ασχολούνται με το παιδί καθώς και η συνεργασία με ιατρούς άλλων ειδικότητων (παιδίατρους, παιδονευρολόγους, παιδονεδοκρινολόγους).

Κατάθλιψη (Μείζων Καταθλιπτικό Επεισόδιο): Διάγνωση και Θεραπεία

Η κατάθλιψη (ή μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο) παρουσιάζει υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας. Πολλά από τα άτομα που νοσούν από κατάθλιψη παρουσιάζουν αυτοκτονικό ιδεασμό ,διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις και μειωμένη λειτουργικότητα. Από πρόσφατες μελέτες, 7.6% του παγκόσμιου πληθυσμού έπασχε από κατάθλιψη η οποία ήταν πιο συχνή στις γυναίκες. Με την σωστή θεραπεία ,στο μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων που νοσεί από μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο (70-80%) μπορεί να επιτευχθεί ύφεση της συμπτωματολογίας.

Στους περισσότερους ασθενείς με κατάθλιψη ,δεν επηρεάζεται η εξωτερική εμφάνιση. Ωστόσο, στα άτομα με σοβαρή συμπτωματολογία μπορεί να επηρεασθεί η εξωτερική εμφάνιση αλλά και η προσωπική τους υγιεινή όπως να υπάρξει και αλλαγή στο σωματικό βάρος. Μπορούν επίσης να παρουσιάζουν ψυχοκινητική επιβράδυνση (ή διέγερση) και μείωση της συναισθηματικής έκφρασης (μείωση της δόνησης του συναισθήματος). Συγκεκριμένα, για να τεθεί η διάγνωση πρέπει για τουλάχιστον 2 εβδομάδες να εμφανίζουν τουλάχιστον 5 από τα παρακάτω συμπτώματα:Kαταθλιπτική διάθεση, μειωμένη όρεξη για φαγητό με συνοδό απώλεια βάρους ,απώλεια ευχαρίστησης (ανηδονία),ψυχοκινητική επιβράδυνση (ή διέγερση), ιδέες αυτομομφής ή/και αναξιότητας, διάσπαση συγκέντρωσης και προσοχής, διαταραχές ύπνου ,μειωμένη λειτουργικότητα , ευχές θανάτου ή/και αυτοκτονικό ιδεασμό.

Στην φαρμακευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης χρησιμοποιούνται ως πρώτη επιλογή τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά (SSRI/SNRI)και ως δεύτερης γραμμής τα παλαιότερα αντικαταθλιπτικά (TCA,MAO). Στις ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα έχουν η γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία (CBT) και η διαπροσωπική ψυχοθεραπεία (IPT).

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) στους ενήλικες: Διάγνωση και Θεραπεία

Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) θεωρείται μέχρι σήμερα διαταραχή της παιδικής ηλικίας. Παρόλαυτά ,ένα 50% των παιδιών που έχουν διαγνωσθεί με ΔΕΠΥ παρουσιάζουν συμπτώματα και στην ενήλικη ζωή. Με ένα συντηρητικό υπολογισμό ένα 2,5% των ενήλικων σήμερα έχει ΔΕΠΥ.Για τα συγκεκριμένα άτομα, η συμπτωματολογία είναι συνεχής και παρεισφρύει σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας τους.

Τόσο η διάγνωση όσο και η διαχείριση και θεραπεία της ΔΕΠΥ στους ενήλικες παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες. Για παράδειγμα, οι ψυχίατροι διστάζουν να χορηγήσουν διεγέρτες , φάρμακα για τα οποία απαιτείται η χρήση ειδικού συνταγολογίου. Άλλες προκλήσεις συμπεριλαμβάνουν την χρήση ενημερωμένων διαγνωστικών κριτηρίων ,την διαφοροποίηση της συμπτωματολογίας και την συννόσηση στην ενήλικη ζωή.Πρίν την έκδοση του διαγνωστικού εγχειριδίου της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (DSM-5) ,τα διαγνωστικά κριτηρία ήταν διαμορφωμένα για παιδιά και έφηβους κ

αι δεν ήταν επικαιροποιημένα για ενήλικες. Στο DSM-5 μειώθηκε επίσης ο αριθμός των απαιτούμενων συμπτωμάτων για ενήλικες ,προκειμένου να τεθεί η διάγνωση. Η χρήση αυτοσυμπληρούμενων ερωτηματολογίων ,όπως το Adult ADHD Self-Report Scale, βοηθά σημαντικά στην κατανόηση και στον εντοπισμό της συμπτωματολογίας όπ

ως και στο πως ,τα συμπτώματα αυτά,επηρεάζουν την καθημερινότητα των ατόμων αυτών.Σημαντικό βήμα στην διαγνωστική αξιολόγηση ,είναι επίσης η συνόσσηση . Άτομα με ΔΕΠΥ μπορούν να έχουν κατάθλιψη,αγχώδης διαταραχή και χρήση τοξικών ουσιών και σε ποσοστά διπλάσια από τον γενικό πληθυσμό. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι 87% τ

ων ενηλίκων με ΔΕΠΥ είχαν διαγνωσθεί με μία ακόμα διαταραχή,58% με δύο.Από τα παραπάνω ,διαφαίνεται ότι είναι σημαντική μια σωστή και ακριβής διάγνωση. Μια πλήρης αξιολόγηση για ΔΕΠΥ πρέπει επίσης να περιλαμβάνει λήψη αναλυτικού ιστορικού όπως επίσης και διαφορική διάγνωση για διαταραχές διάθεσης,αγχώδεις διαταραχές και χρήση ουσιών, διαταραχές με συμπτωματολογία παρόμοια με αυτή της ΔΕΠΥ.